Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Ο Ταξιάρχης Μιχαηλ του Μανταμάδου


Η εικόνα είναι μοναδική σε ό,τι αφορά τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν. H ζωντανή μας παράδοση την τοποθετεί στό 1000 μέ 1100 μ.χ. την εποχή δηλαδή, που σ' όλο το Αιγαίο κυριαρχούσαν και λεηλατούσαν τα παράλιά του οι Σαρακηνοί πειρατές.O ιερός αυτός χώρος ήταν ανδρικό Mοναστήρι προς τιμήν των Aρχαγγέλων. Oι πειρατές έμαθαν ότι εκεί υπάρχει πολύς πλούτος και μια νύχτα, που οι μοναχοί βρισκόταν στον Ιερό Nαό συγκεντρωμένοι στη θεία τους λειτουργία, μπήκαν με σχοινιά από τα τείχη και τούς κατέσφαξαν. Ανάγλυφη εικόνα Ταξιάρχη Μιχαήλ

Mέσα στο Iερό Άγιο Bήμα του ναού, μαζί με τον λειτουργούντα ιερέα, βρισκόταν και ένα 17χρονο καλογεροπαίδι, ο δόκιμος Γαβριήλ, που βοηθούσε στα τελούμενα. Aυτός βλέποντας τη φοβερή σφαγή, κατόρθωσε να ξεγλιστρήσει από το παράθυρο του Aγίου Bήματος, να ανεβεί στη σκεπή και να κρυφτεί. Aυτό το αντιλήφθηκαν οι πειρατές και αφού λεηλάτησαν το Nαό και όλο το Mοναστήρι, θέλησαν να πιάσουν και τον δόκιμο για να μην αφήσουν μάρτυρα, που θα ειδοποιούσε τυχόν, τους γύρω συνοικισμούς, οι κάτοικοι των οποίων θα τους έκλειναν το δρόμο προς την θάλασσα, και θα τους χτυπούσαν.

Έβαλαν λοιπόν σκάλες και ανέβηκαν στη στέγη για να τον πιάσουν. Aλλά, η στέγη μετατράπηκε σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα και στο μέσον, πανύψηλος και αγριωπός, με σπαθί στο χέρι που πετούσε αστραπές, ο Tαξιάρχης, έτοιμος να τους επιτεθεί. Πανικόβλητοι οι πειρατές τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς τη θάλασσα, αφήνοντας όλα τα κλοπιμαία μέσα στην αυλή του Mοναστηριού. Tην άλλη μέρα οι κάτοικοι των γύρω συνοικισμών βρήκαν τους Σαρακηνούς πειρατές σφαγμένους με μια μαχαιριά, που άρχιζε από το μέτωπο και κατέληγε στον ομφαλό.

O δόκιμος μοναχός, που από θαύμα σώθηκε μόλις συνήλθε κατηφόρισε μέσα στο Nαό, για να παράσχει τις πρώτες βοήθειες στους συντρόφους του. Eκεί τους βρίσκει όλους σφαγμένους! Tότε του ήλθε μια θεία έμπνευση. Nα συγκεντρώσει το αίμα τών σφαγμένων μοναχών, να το αναμείξει με χώμα, να φτιάξει πηλό και να ιστορήσει τη μορφή του Aρχαγγέλου Mιχαήλ, όπως την είδε πάνω στη σκεπή, κατά τη θαυμαστή παρουσία Tου. Άρχισε να πλάθει την εικόνα του Tαξιάρχη ανάγλυφη, δίνοντας τη μορφή εκείνη που πάνω στη σκεπή ο ίδιος είδε. Ήταν δε τόσο αφοσιωμένος στη προσπάθεια, να δώσει στον πηλό τη μορφή του Aρχαγγέλου ώστε, δεν πρόσεξε ότι ο πηλός τελείωνε! Έτσι τελείωσε το πρόσωπό του και το υπόλοιπο σώμα Του το έφτιαξε αναγκαστικά πολύ μικρό, δυσανάλογο και ασύμμετρο.

Βίντεο
http://www.youtube.com/watch?v=JaJffVgBQsk&feature=player_embedded

“Έχων σε προστάτην και βοηθόν,

φύλακα και ρύστην, της ψυχής μου της ταπεινής

Μιχαήλ πρωτάρχα και μέγα Ταξιάρχα

εν ώρα του κινδύνου Συ μοι βοήθησον”







“Των Ουρανίων Στρατιών Αρχιστράτηγοι

δυσωπούμεν υμάς ημείς οι άναξιοι,

ίνα ταις υμών δεήσεσι τειχίσητε ημάς,

σκέπη των πτερύγων της αΰλου υμών δόξης,

φρουρούντες ημάς προσπίπτοντας εκτενώς και

βοώντας . εκ των κινδύνων λυτρώσασθε ημάς

ως Ταξιάρχαι των άνω Δυνάμεων”.



Ιστορικό μονής



Το ιστορικό του το μαθαίνουμε από τη ζωντανή τοπική παράδοση, πού έφτασε ως τις μέρες μας.


Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, πού το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν.
Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και τη σπάθα, κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:
- Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, πού λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' αλλά δικά σας.
Ό ίδιος δεν θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Δεν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές.
Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα.



Στο μεταξύ οι καλόγεροι, ανέμελοι από την ησυχία του χειμώνα, δεν φύλαγαν το μοναστήρι όπως έπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, πού καλούσε τους μοναχούς στην ορθρινή ακολουθία. Τα βήματα τους ακούστηκαν ρυθμικά στον ξύλινο εξώστη, καθώς κατέβαιναν στην εκκλησία. Σε λίγο όλα ησύχασαν.
Τότε o αρχηγός έδωσε το σύνθημα. Ένας πειρατής έριξε το γάντζο, σκαρφάλωσε στα τείχη, πήδηξε στην αυλή και άνοιξε τη μεγάλη καστρόπορτα. Οι κουρσάροι όρμησαν με αλαλαγμούς στην εκκλησία. Πριν συνέλθουν οι μοναχοί από τον αιφνιδιασμό, περνούσαν από τη ζωή στο θάνατο...
Ένα δόκιμο καλογέρι, ο Γαβριήλ, βρισκόταν στο ιερό. Γρήγορος κι ευκίνητος, σκαρφάλωσε στη στέγη του ναού. ΟΙ πειρατές τον ακολούθησαν. Τότε όμως ακούστηκε μια δυνατή βουή, και ή σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ' αφρισμένα κύματα ένας πελώριος και αγριωπός Στρατιώτης, με σπάθα πού έβγαζε φωτιές, όρμησε εναντίον τους. Εκείνοι παράτησαν αμέσως όπλα και κλοπιμαία κι έφυγαν πανικόβλητοι.
Ό Γαβριήλ, ο μόνος πού απέμεινε ζωντανός από την τραγωδία, συγκλονισμένος από το θαύμα του αρχαγγέλου πλησίασε και πρόσπεσε στο εικονοστάσι του. Όταν συνήλθε από την ταραχή, σήκωσε τα μάτια. Αλλά τι πρόσωπο ήταν αυτό; Αν και ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι είχε μια θεϊκή γλυκύτητα.


Ό δόκιμος επιθύμησε να το ζωγραφίσει.
- Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν' αναπαύσει τους αδελφούς μου. Κι έμενα αξίωσε με ν' απεικονίσω την εξαίσια μορφή σου.
Αμέσως, σαν να φωτίστηκε από τον αρχάγγελο, πήρε ένα σφουγγάρι, μάζεψε μ' αυτό ευλαβικά το αίμα των μοναχών σε μια λεκάνη, το ανακάτεψε με ασπρόχωμα και άρχισε να πλάθει την εικόνα του.
Από την αρχή της εργασίας ένιωσε αισθητή τη βοήθεια του Ταξιάρχη. Τα χέρια του, σαν να τα οδηγούσε αόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα και σταθερά με τον πηλό το πρόσωπο του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το πρόσωπο εκείνο πού είδε στη σκεπή του ναού, το αγριωπό, αλλά με τη θεϊκή χάρη.
Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα άπ' την ακτή.
Πήδηξε στ' άλογο του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως πού αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο.
Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα. Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ' άλλους πενήντα καβαλάρηδες.
Όταν μπήκε στο ναό τάχασε. Είδε τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην αγία Τράπεζα! Έσφιξε τα δόντια και βγήκε έξω με διάθεση να εκδικηθεί.
Πήδηξαν όλοι στ' άλογα τους κι ακολουθώντας τ' άχνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ' ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα πού αντίκρισαν τούς έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς πού καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ' όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, πού άρχιζε άπ' το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ' άνοιγε στα δύο. Ή μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς ή ίδια.
Κανείς άπ' τους καβαλάρηδες δεν ρώτησε ποιος το 'κανε. Όλοι μάντευαν τον τιμωρό. Δεν είχαν αμφιβολία.
- Μεγάλη η χάρη κι η δύναμη σου, αρχάγγελε! ψέλλισαν και σταυροκοπήθηκαν.


Στο μεταξύ, δυο πειρατές, πού είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν.
Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, οπού περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ' ακούσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση.
Τον άλλο χρόνο έβαλε σ' εφαρμογή το σχέδιο του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, πού κοιμόταν ανυποψίαστη.
Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ό Στέφανος, ο γιος του άρχοντα 'Αλέξη, πού μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια. Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ' αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκεία φωνή του είπε:
- Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι άπ' αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα πού ή νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη!


Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, πού είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα 'χασαν. Ό πανικός πού ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν.
Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα πού είχε Πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί.


Πέρασαν αιώνες. Το μοναστήρι ερειπώθηκε από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Αγαρηνών. Τον 18ο αιώνα ο μικρός παλαιός ναός αντικαταστάθηκε με νέο και μεγαλύτερο, μα η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του αρχαγγέλου διασώθηκε ως τις μέρες μας, όπως ακριβώς τη φιλοτέχνησε ο δόκιμος Γαβριήλ. Διατηρεί την πρώτη ζωντάνια της και παραμένει άφθορη από το χρόνο κι από τους ασπασμούς χιλιάδων προσκυνητών. Στο μέτωπο και στα μαγουλά του οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, πού αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να Ιδρώνει.
Συγκλονιστικά θαύματα επιτελεί ή χάρη του σ' όσους προστρέχουν με πίστη κοντά του. 'Αλλά και το χτίσιμο του νέου ναού του άρχισε και τελείωσε με θαύμα:
Ή επιτροπή πού συγκροτήθηκε για την ανέγερση του, αποφάσισε να τον χτίσει λίγο μακρύτερα από το μοναστήρι.


Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού. Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί.
Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο: Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια. Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο πού ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν.
Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη. Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά ή καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο πού τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πώς ήταν θέλημα του αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.
Ή κατασκευή ξεκίνησε. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί άπ' αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ' άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει.


Όταν ήρθε ή ώρα να μετακινηθεί ή ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ό Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνηση της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί πού την τοποθέτησε ο Γαβριήλ, ο κατασκευαστής της.
Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ό ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε ή πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής.
Ό ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν' ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά.


Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, πού ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς. Χαμογέλασε στο νοικοκύρη και είπε:
- Τα χρήματα για τις πληρωμές βρίσκονται μέσα στο μπαούλο.
Ύστερα κούνησε το χέρι, σαν να τον χαιρετούσε, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ό ταμίας έτρεξε στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξε και τι να δει! Τρεις σειρές από φλουριά, μητζίτια και λίρες. Τα έπιασε στη χούφτα του για να βεβαιωθεί, και τ' άφησε πάλι να πέσουν.
Τα χρυσά αυτά νομίσματα, πού πρόσφερε για το ναό του ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ήταν ακριβώς όσα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα έξοδα, μέχρι και το τελευταίο γρόσι.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ





Προστατης στο Χειρουργειο

Ηταν παραμονες Χριστουγεννων. Ενα νεαρο ανδρογυνο, του Κων/νου Φρακγουλακη,<<Ζημπρακη 18 κατω Πατησια Αθηναι>>, σταματησε το αυτοκινητο του στην εξωτερικη αυλη του Ιερ.Ναου και ζητησε τον ιερεα. Πατερ μου, πολυ σας παρακαλουμε, ερχομαστε απ΄ευθειας απο την Αθηνα, για να ευχαριστησουμε τον Μεγαλοχαρο. Θελουμε να σας παρακαλεσουμε να μας κανετε μια ευχαριστηριο δεηση, μπροστα στη θαυμαστη εικονα του Αρχαγγελου. Ειμαστεξενοι και δεν γνωριζαμε τον θαυματουργο Ταξιαρχη. Ομως τωρα τον θεωρουμε πολυ δικο μας και προστατη μας. Εσωσε την αγαπημενη μου γυναικα, απο σοβαροτατο κινδυνο.

Συγκινημενος απο την αυθορμητη αυτη εκμυστερευση του ανδρα, ο ιερεας τους οδηγησε μεσα στον Ναο. Οι σκηνες που επακολουθησαν μπροστα στην αναγλυφη εικονα του Αρχαγγελου, θα μεινουν αναγλυφα χαραγμενες στη μνημη του κληρικου! Γονατιστοι, με δακρυα και αναφθλητα ευχαριστουσαν το σωτηρα τους Ταξιαρχη και υψωνοντας τα χερια τους ψηλα, αυθορμητες και αυτοσχεδιες εβγαιναν μεσα απ΄ τις παλομενες καρδιες τους, οι δοξολογιες. Ευλογητος ο Θεος……Η τρεμαμενη απο συγκινηση φωνη του ιερεα ακουστηκε, που αρχιζε την ευχαριστηριο δεηση.

Μετα το τελος της παρακλησης, ο ιερευς τους εφερε στο Γραφειο του Ναου, να τους προσφερει τον καφε της φιλοξενειας και εκει με λιγα λογια του ανεφεραν, τι ακριβως τους συνεβει και του ζητησαν να τα δημοσιευσει στο Περιοδικο του Προσκυνηματος, προς ωφελεια ψυχων. Πατερ μου, αρχισε ο Κωνσταντινος. Η συζυγος μου τωρα και αρκετο καιρο, επασχε απο μια σοβαρη γυναικολογικη ασθενεια. Οι γιατροι, επειτα απο διαφορες θεραπειες και πολυ σκεψη, απεφασισαν να την εγχειρισουν. Εγινε η πρωτη εγχειριση και ηταν παρα πολυ σοβαρη και επικινδυνη. Μετα απο δυο εικοσιτετραωρα, οι γιατροι μου ειπαν οτι η γυναικα μου δεν ειναι καθολου καλα και πως μαλλον θα χρειαστει και αλλη εγχειριση.

Πραγματι, μετα την εγχειριση η γυναικα μου υπεφερε συνεχως και καθημερινως εφθεινε. Σε σχετικα λιγες ημερες ειχε μεινει η μιση! Την πηγα στο Διαγνωστικον<<Υγεια>>. Εκει, αμεσως μετα τις εξετασεις την εβαλαν στο χειρουργειο. Με συντροφευε, στο Διαγνωστικο, ο φιλος μου ιατρος Δημητριος Καλογηρου, ο οποιος μπηκε μαζι με τους χειρουργους του Νοσοκομειου στο χειρουργειο, να παρακολουθησει την εγχειριση. Ανοιξαν οι χειρουργοι τη γυναικα μου και της βρηκαν τα περισσοτερα της οργανα πειραγμενα και αχρηστα. Δεν γινεται τιποτα! Λενε στον γιατρο τον κ. Καλογηρου οι χειρουργοι γιατροι του Νοσοκομειου. Την εκλεισαν!


[img]http://1myblog.pblogs.gr/files/f/192390-taxiarxis%20mantamado.jpg
[/img]
Οταν βγηκαν απο το χειρουργειο στενοχωρημενοι, μου εκοψαν καθε ελπιδα. Η ζωη μου απο εφιαλτικη, εγινε αβασταχτη. Ειχα τρεις μερες να κοιμηθω. Χωρις να ξερω για ποιο λογο και χωρις να το πραττω συνειδητα, πηρα τη γυναικα μου και την στο Νοσοκομειο <<Μητερα>>. Εκει την παραλαμβανει ο καθηγητης κ. Μπελος. Του ειπα το ιστορικο της γθναικας μου και του ζητησα να μας βοηθησει. Με καθησυχασε καπως και μου ειπε:<< Θα της γινουν οι σχετικες εξετασεις αυριο και αν διαπιστωσω οτι μπορει να αντεξει αλλη εγχειριση, θα την ανοιξω και οτι θελησει ο Θεος>>. Στο θαλαμο που πηγαν τη γυναικα μου, ακουσαμε απο μια αρρωστη, για τον Ταξιαρχη και τη θαυμαστη Του εικονα στον Μανταμαδο. Νοερως τον παρακαλεσα. θερμος μεσιτης προς τον Κυριο να γινει και αφεθηκα στην ευσπλαχνια Του.

Το βραδυ της ιδιας ημερας, πηγα στο σπιτι να ξαπλωσω λιγο και να ξεκουραστω, γιατι αισθανομουν οτι θα επευτα κατω λιποθυμος. Καθισα στο ντιβανι σκεπτικος και πολυ στενοχωρημενος και δεν ειχα τη δυναμη και το κουραγιο να βγαλω καν τα παπουτσι μου. Δεν ξερω απο την εξαντληση, αν με πηρε ο υπνος η ημουν ξυπνητος !Μπροστα μου εμφανιστηκε ενας γεροδεμενος μελαχροινος νεος ψηλος. Το προσωπο του ελαμπε σαν το Αυγουστιατικο φεγγαρι. Μου χαμογελασε και φανηκαν μια σειρα κατασπρα δοντια. Εκανα να σηκωθω, με κρατησε. <<Μη φοβασαι>> Μου ειπε. << Αυτη τη στιγμη πηγαινουν τη γθναικα σου στο χερουργειο>>. Μα πως; Εγω απ΄εκει τωρα ηρθα και ο Καθηγητης μου ειπε οτι θα της γινουν αυριο οι εξετασεις και τοτε θα αποφασισει αν και κατα ποσον θα γινει η εγχειριση!
<< Εγω συντομευσα την εγχειριση!! Διοτι δεν μας παιρνει ο χρονος!! Μη στενοχωριεσαι και θα γινει καλα!! Να μου τη φερεις στον Μανταμαδο>>!! Θα σου πουνε εκει που μενω τωρα παω στη γυναικα σου, με χρειαζεται στο χειρουργειο!!

Λεγοντας τις τελευταιες Του λεξεις, εγινε αφαντος. Πεταχτηκα επανω. Τσιμπιθηκα, να διαπιστωσω οτι δεν ηταν ονειρο. Πονεσα, δεν αλλαξε τιποτα. Εκαμα τον σταυρο μου, ερριξα λιγο νερο στο προσωπο μου και σα σιφουνας ωρμησα εξω απο το σπιτι. Πηρα το αυτοκινητο και σε λιγο εφτασα στο Νοσοκομειο. Το κρεββατι της γυναικας μου αδειο! Την πηρανε στο χειρουργειο. Μου ειπαν οι αλλες γυναικες που νοσηλευοταν στον ιδιο θαλαμο. Σα τρελλος ζητουσα τη προισταμενη. Τη βρηκα σε ενα θαλαμο. Τι συμβαινει αδελφη; που ειναι η γυναικα μου;
Μην ανησυχεις, ειναι στο χειρουργειο. Μολις εφυγες την επιασαν φοβεροι πονοι σ ολη την κοιλιακη χωρα και σφαδαζε . Πηραμε τηλεφωνο τον κ. Μπελο, ο οποιος ηρθε αμεσως και βλεποντας την στην κατασταση αυτη, την εβαλε αμεσως στο χειρουργειο, δε χωρουσε καμμια καθυστερηση!

Ποση ωρα ειναι στο χειρουργειο;
Περιπου τρια τεταρτα.

Πηγα απ΄εξω και περιμενα. Ποση ωρα περασε, δεν γνωριζω. Ενα ξερω, οτι ειμουν πια ησυχος. Τα λογια της προισταμενης επιβεβαιωναν τα λογια του νεου, που τωρα ειμουν βεβαιος οτι ηταν ο Ταξιαρχης! Ειμουν πια σιγουρος οτι μεσα στο χειρουργειο, μαζι με τους γιατρους, ειναι και ο προστατης μας Αρχαγγελος! Ανοιξε καποτε η πορτα. Στο κατωφλι της παρουσαστηκε ο κ. Μπελος κατακοπος και καταιδρωμενος. Μου χαμογελασε και με παρεσυρε με το αριστερο του χερι στο Γραφειο του. Δεν τον ρωτησα. Καταλαβαινα οτι εχει να μου πει καλες ειδησεις, αφου πρωτα λιγο ξεκουραστει. Κ. Φραγκουλακη, αρχισε ο γιατρος, ειμαστε εκτος κινδυνου. Ομολογουμενως, τοσα χρονια γιατρος, πρωτη μου φορα μου συμβαινει τετοια περιπτωση! Τα μισα της οργανα κατεστραμενα. Ειναι θαυμα μεγαλο που ζουσε. Αν δεν την επιαναν οι αποψεινοι πονοι, να την παμε στο χειρουργειο πολυ φοβαμαι οτι δεν θα ζουσε μεχρι αυριο. Στην προηγουμενη εγχειριση δεν της εγενετο ουτε καν καθαρισμος. Μονοενα θαυμα την κρατησε μακρυα απο τη μολυνση.
Οταν την επιασαν οι πονοι καταλαβα οτι δεν θα ξημερωνε. Κανενα παυσιπονο, απο τα πιο δυνατα, δεν της εκανε καλο.Ειπα να σε ειδοποιησουν, ομως στο τηλεφωνο δεν απαντουσες. Δεν μπορουσα να περιμενω περισσοτερο. Την χαναμε σιγουρα και τοτε απεφασισα να την εγχειρισω, με τις ελαχιστες πιθανοτητες που ειχα. και δοξα τον Θεο, καλα εκανα. Δεν την εσωσε το νιστερι μου, κ. Φραγκουλακη, αλλα ο Θεος. Εγω μονο εγινα το οργανο Του!!

Βρισκομουν πανω απο το προσκεφαλο της γυναικας μου, οταν συνερχοταν απο τον υπνο. Το χερι της το κινουσε περα δωθε, σα να ηθελε να πιασει κατι. Της εδωσα το χερι μου, εκεινη το παραμερισε και συνεχιζε να ψαχνει. Τι θες, τι μου ζητας Μαρια; Την ρωτησα σιγα. Που ειναι; Ρωτησε σιγα και αδυναμα, που μολις ακουστηκε.

_ Ποιος Μαρια;
_ Ο Ταξιαρχης. ο Ταξιαρχης! Τον εχασα! Ηταν ολη τη νυχτα κοντα μου και τωρα τον εχασα!
_ Τα δακρυα μου, πατερ, της εβρεξαν το μετωπο και ανοιξε τα ματια της. Τη χαιδεψα το μετωπο και της ειπα χαμογελαστα:
_ Ναι Μαρια, εδω ηταν και σε φροντισε ομως μην ανησυχεις, μολις γινεις καλα θα παμε στον Ναο Του να τον ευχαριστησουμε και τοτε θα τον ξαναδεις.

Τη στιγμη αυτη, δακρυα γεμισαν τα ματια τους και ο κ. Φραγκουδακης σταματησε λιγο, πριν συνεχισει. Και ετσι Πατερ μου, μολις μπορεσε να περπατησει η Μαρια, ηρθαμε να ευχαριστησουμε τον μεγαλο μας Προστατη και να του φερουμε το ταμα μας! Ας ειναι δοξασμενο το ονομα του Μεγαλου Θεου!




Απο το βιβλιο
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ
τομος: δευτερος 1992
Συγγραφεας:Π.Πρεσβ.Ευστρατιος Δησος

http://psigmataorthodoxias1.wordpress.com

ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟ ΛΕΣΒΟΥ-ΣΠΑΘΙ
http://www.youtube.com/watch?v=AiVQugJ5eUc&feature=player_embedded

Παρακλητικός κανόνας στον Ταξιάρχη Μανταμάδου (ήχος) ( Download)
http://www.immyt.net/pigizois/arxodariki/omilies_akolouthies/Paraklisi_Taxiarxis_Madamados.zip

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΣ
http://www.immyt.net/pigizois/arxodariki/omilies_akolouthies/Liturgy_Taxiarxis_Madamados_low.mp3


Αρχάγγελε μας Μιχαήλ Μεγάλε μας Φρουρέ μας
το Χαίρε σου προσφέρουμε Αγγελε δυνατέ μας

Χαίρε σου ψέλνουν Μιχαήλ του Ουρανού οι Αγγελοι
Χαίρε σου ψέλνουν οι άγιοι κι όλη η οικουμένη

Χαίρε σου ψέλνουν τα Χερουβείμ τα Σεραφείμ κι οι θρόνοι
Χαίρε κι οι δεκατέσσερες χιλιάδες του Ηρώδη

Ποιος θα μπορούσε άραγε τα θαύματα να μετρήσει
κι επάνω σε λευκό χαρτί αυτά να ζωγραφήσει

Ποιος θα μπορούσε Αρχάγγελε την όμορφη μορφή σου
να ιστορήσει Στρατηγέ να την απεικονήσει

Ποιος θα μπορούσε για να δει του Ουρανού τα κάλλη
την ώρα που εφώναζες μην προχωρείτε άλλοι


Πως να σου ιστορήσουμε την απορία όλοι
την ταπεινοφροσύνη σου ως κτίσμα του Δεσπότη

Σ’ ευχαριστούμε Μιχαήλ και σε παρακαλούμε
στην τελευταία μας πνοή εσένανε να δούμε

Σ’ ευχαριστώ κι εγώ πολύ η αμαρτωλή κι αθλία
για το ότι καταδέχτηκες να δώσεις προστασία

Τρέμω μπροστά στην σκέψη αυτή που συνεχώς μπροστά μου
εμένανε περιφρουρείς τον διώχνεις μακριά μου

Φύλαξε με Μιχαήλ απ’ του εχθρού τα βόλια
κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ σε όλα μου τα χρόνια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου